Tag Archive | σκέψεις με μια essence μελαγχολίας

Στο ακρογιάλι της Ουτοπίας…


Αυτό που θα’θελα απόψε,είναι τη ζωή μου πίσω.
Αλλά δεν ξέρω από ποιον να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα,τόσο τη χαράμισα,τόσο τη δάνεισα,τόσο
την ξερίζωσα.Από ποιον να τη ζητήσω τώρα…
Και τι ωφελεί…
Αυτό που θα ήθελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω
πάνω του και να κλάψω.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα.
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για
όσα περίμενα και δεν ήρθαν. Για όσα ήρθαν. Για όσα με πρόδωσαν.
Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν
. Για όσα μ’ανάστησαν.

Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.
Για όλα…
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν’ακούσω τη φωνή του
να μου πει ψιθυριστά:
«Μην κλαις».Μόνο αυτό.Τίποτ’άλλο.
Μην κλαις. Μόνο αυτό…
..Αυτή η αβάσταχτη ανάγκη , να θέλεις σε κάποιον να χαριστείς.
Και αυτός ο κάποιος να μη μπορεί να πάρει μια μορφή, μες στο μυαλό σου.
Να θέλεις να μαδήσεις την ύπαρξη σου. Να τη σκορπίσεις.
Να την πυρπολήσεις, μόνο για χάρη του.
Να θέλεις να του αφιερώσεις ένα τραγούδι. να του στείλεις ένα φιλί.
Και να μη βρίσκεις πουθενά τα χνάρια του για να τ’ακολουθήσεις.
Μου λείπει η αγάπη μου,εντάξει. Μου λείπει αφόρητα.
Μα σίγουρα, δεν είναι το πρόσωπο της που ψάχνω μέσα σ’ αυτό το τοπίο.
Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος. που έχει κουλουριαστεί μες στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό, έστω στην άκρη των μαλλιών…
Τόσο πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;
Τόσο πολλά;

Αλκυόνη Παπαδάκη

….

Ξημέρωσε και πάλι..Πονηρή, δόλια η νύχτα..Κρύβει παγίδες, καταβροχθίζει όνειρα, διογκώνει πληγές.. Το ξέρω, ναι… Το ξέρω, δε θα πέσω πάλι στην παγίδα της..Είμαι δυνατή, ναι… 

Σε ποιον τα επαναλαμβάνω όλα αυτά; Ποιον νομίζω ότι κοροιδεύω; Αφού κανείς δεν είναι εδώ… Κι αν, κατα τύχη, ήταν; Xαζές ερωτήσεις…Ψευδαισθήσεις που γεμίζουν σαν καπνός την τελευταία ίνα λογικής που μου ‘χει απομείνει…

Δεν είσαι εδώ απόψε, επαναλαμβάνω για χιλιοστή φορά..Πώς χαραμίζονται έτσι οι λέξεις πλέον, το συνειδητοποιείς;..»Απόψε».. Λες και κάτι άλλαξε από χτες, ή θα αλλάξει αύριο..Πού βρίσκεσαι στ’ αλήθεια;  Το μυαλό σου; Η καρδιά σου; Ποιος άνεμος τα ‘χει παρασύρει; Ποιος χείμαρρος τα μόλυνε; Σε ποιο στενάκι τριγυρνούν απόψε;

Σκέφτομαι να ψάξω πάλι σ’ εκείνο το παγκάκι..Ίσως κάτι να ΄χει απομείνει από εκείνη τη βραδιά..Μου υποσχέθηκες, θυμάσαι; Τι σημασία έχει πλέον, άραγε.. Όλα κάηκαν, ανόητη, όλα έγιναν στάχτη..

Κι αν κάνω λάθος;  Τότε..Τότε..Θα σε περιμένω, μ’ακούς;

Φωνάζω μ’ όλη μου τη δύναμη, μ΄ακούς;

Mάλλον τελικά δεν είσαι πουθενά….

Καληνύχτα παλιέ μου φίλε.

Θα σε θυμάμαι.

Να προσέχεις.

Μια επιστροφή, ένα δώρο κι ένα βραβείο…


Πόσοι θα θέλαμε αυτή τη στιγμή να υπήρχε ένα μαγικό ραβδί στα χέρια μας; Πόσοι θα ευχόμασταν να ταξιδεύαμε σε νέα, καινούργια, πρωτότυπα μέρη; Σε φωτεινά λιβάδια, απέραντα δάση, ανεξερεύνητα ποτάμια; Κι όμως, πώς θα ανακαλύψουμε νέους ωκεανούς, αν δεν απομακρυνθούμε από την ακτή; Εφηύρε μήπως κανένας κάποιο τεχνολογικό μέσο που μας επιτρέπει να βρισκόμαστε σε δύο μέρη ταυτόχρονα; Μάλλον όχι…Και; Και τώρα τι κάνουμε; Κατεβαίνουμε και το τελευταίο σκαλοπάτι του πλοίου για το όνειρο, σκίζουμε ένα εισιτήριο που αποκτήσαμε με κόπο και δάκρυα; Ή χάνουμε την ακτή που με υπέρμετρη υπομονή φιλοξένησε κάθε σταγόνα του ιδρώτα μας, κάθε βήμα και κάθε παραπάτημά μας; Αντέχουν τα μάτια μας, έχει κουράγιο η ψυχή μας; Ποια γέφυρα να κάψουμε και ποιά να χτίσουμε πάλι; Μήπως ήρθε η ώρα να αποφασίσουμε;

….

Οι μέρες κυλούν κι η καθημερινότητα συνεχίζει ανελέητα να παρασύρει κάθετί στο πέρασμα της. Πράξαμε τελικά σωστά ή καταστρέψαμε τα πάντα; Ποιός γνωρίζει και πότε θα μας ενημερώσει; Ίσως κανείς..Ίσως ακόμη κι εκείνος που ξέρει, να το φυλάξει για πάντα εγωιστικά στο σεντούκι του εαυτού του..Κι εμείς; Εμείς τελικά κατορθώσαμε να επιβιώσουμε; Μα ναι..Ποτέ κανείς δεν μπορεί να μαντέψει πόσο δυνατός είναι, ώσπου το να είναι δυνατός να γίνει η μόνη του επιλογή…Αυτό δε λένε, άλλωστε;

Αχ, τι κάθομαι και γράφω πάλι… Κοντεύει 2 το πρωί κι οι σκέψεις τριβελίζουν κάθε ίνα του μυαλού μου, όσο μικρό κι αν είναι αυτό…Λείπω καιρό, κι όμως φαίνεται ότι ό,τι χρειάζομαι είναι ακόμη εδώ, αγκαλιάζοντας την φοβισμένη ύπαρξή μου…

Μου ΄χε λείψει η αίσθηση της έκφρασης αυτής, το άρωμα του ιδιαίτερου αυτού σπιτιού μου, η επαφή με τους «γείτονες-φίλους» στα διπλανά μπλογκόσπιτα. Πριν λίγο συνειδητοποίησα, καθυστερημένα βέβαια, όπως πάντα, ότι η γλυκιά γλυκιά Μαριλένα (http://marilenaspotofart.wordpress.com) μου χάρισε ένα ευγενικό, πανέμορφο βραβειάκι. Το πόσο την ευχαριστώ, φυσικά, δεν χωράει σε μερικές γραμμές λέξεων και πιθανόν όυτε σε τίποτε που θα μπορούσα αυτή τη στιγμή να της δωρίσω. Γι’ αυτό περιορίζομαι σε μια ταπεινή, αλλά ολόκαρδη ευχούλα, να ‘ναι πάντοτε μα πάντοτε γερή κι ευτυχισμένη και να συνεχίζει να προσθέτει ζαχαρένια γεύση στις διαδικτυακές μας εξερευνήσεις.

Το βραβείο συνοδεύεται από μια υποχρέωση απάντησης στις παρακάτω ερωτήσεις:

  • Το αγαπημένο μου φαγητο: Χμμμ δύσκολη ερώτηση όταν βρίσκεσαι σε δίαιτα..:P Παρόλ’ αυτά, πιστεύω τίποτε καλύτερο απ’ ένα κομμάτι από σουφλέ ζυμαρικών στο φούρνο, με τριμμένο τυρί και γάλα (μιαμ μιαμ).
  • Δε μου αρέσει στους ανθρώπους: H υποκρισία, η ανωριμότητα και η υπερβολική αυτοπεποίθηση και φιλαυτία.  Δεν μπορώ να συνυπάρξω με άτομα που ανησυχούν μονάχα για το πότε ακριβώς θα πραγματοποιηθεί η στέψη τους με την κορώνα του «πιο όμορφου, πιο έξυπνου και πιο ταλαντούχου σ’ όλη την υφήλιο».
  • Μου αρέσει οι άνθρωποι με τους οποίους κάνω παρέα: να δείχνουν κατανόηση και να με σέβονται. Α και να ‘χουν κάπως πιο ουσιαστικά ενδιαφέροντα από το πότε θα βγάλει το επόμενο CD της η Πέγκυ Ζήνα (what?) 😛
  • Με ηρεμεί: Μια συζήτηση με τα αγαπημένα μου πρόσωπα, ένας χαλαρός περίπατος κι ένα ζεστό μπάνιο λίγο πριν πέσω για ύπνο.
  • Αγαπώ: τα βιβλία, την καλή μουσική, τα λουλουδάκια, τα ταξίδια, την θάλασσα και την ακατάπαυστη (εννοείται) ονειροπόληση.
  • Με νευριάζει: Η αναβλητικότητα, οι ανούσιες δικαιολογίες και τα ψέματα.
  • Δεν αποχωρίζομαι ποτέ: το κινητό και το ρολόι μου.
  • Όταν ήμουν μικρή, μάζευα συστηματικά αφίσες: της Barbie 😛 εεεε τι να κάνωωω, ζούσα με το όνειρο της γλυκιάς, καλοκάγαθης πριγκίπισσας και του happy ever after της στο βασίλειο της αιώνιας αγαπης. 😛

Aυτάααααα! Αρκετά σας κούρασα! Ήρθε η ώρα να παραδώσω το σκήπτρο σε 8 αγαπημένους μου φίλους, στέλνοντας γλυκά φιλάκια:

  1. http://pink-angel-911.blogspot.gr/
  2. http://emmablackprincess.wordpress.com/
  3. http://fairytalesdreams.wordpress.com/
  4. http://myverysecrethoughts.wordpress.com/
  5. http://xeimwniatikhliakada.wordpress.com/
  6. http://ainafetst.wordpress.com/
  7. http://perapotusanemus.blogspot.gr/
  8. http://theartofevil.wordpress.com/

Ελπίζω τα δωράκια να παραδόθηκαν επιτυχώς στους εκλεκτούς της βραδιάς ❤ Νομίζω ότι αξίζουν ένα μεγάλο ευχαριστώ που χαρίζουν σε όλους μας τόσο γλυκά και αξέχαστα συναισθήματα, μέσα από το παραμύθι της δικής τους ιστοσελίδας.

Σιγά σιγά, τελειώνει κι αυτή εδώ η ανάρτηση, μαζί με τη δύναμη μου να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Εύχομαι σε όλους σας να περάσετε μια δημιουργική και πανέμορφη εβδομάδα, μαζί με τους δικούς σας ανθρώπους. Η πυξίδα της ελπίδας να κατευθύνει τα όνειρα σας και ένας ουρανός γεμάτος χρώματα να ομορφαίνει τα πρωινά σας.

ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

Φεύγω…


Ο ήλιος σήμερα έχει φορέσει το άλλο πρόσωπό του, το εκδικητικό.

Μοιάζουν οι αχτίδες του σαν δισεκατομμύρια μαχαίρια που καρφώνονται περίτεχνα σε κάθε χιλιοστό του σώματος μου.

Από πού πηγάζει ο καπνός αυτός; Μόνο εγώ τον νιώθω να κλέβει αδιάντροπα κάθε μόριο οξυγόνου απ’ τους ήδη καταδικασμένους μου πνεύμονες;

Φεύγω.

Θα το καταλάβει άραγε κανείς;

Θα υπάρξει νύχτα που θα με αναζητήσει κάποιος;

Φεύγω.

Κοιτάζω παλιές φωτογραφίες.

Μόνο αυτές γλιτώνουν απ’ τον πόλεμο του χρόνου τελικά.

Φεύγω.

Κανείς δεν ξέρει πως θα ‘ναι το πρόσωπό σου την επόμενη φορά που θα σε αντικρίσω.

Ποιον μάντη να επισκεφτώ, να μου αποκαλύψει  πως θα με κοιτάζουν τα μάτια σου τότε;

Και τι νόημα θα έχει;

Φεύγω.

Το καταλαβαίνεις;

Πού εισαι;

Μην έρθεις μέχρι τότε.

Δεν αντέχω άλλο τον αποχαιρετισμό.

Φεύγω.

Μάλλον, τελικά, θα ‘σαι καλύτερα χωρίς εμένα εδώ.

Όλοι θα ‘ναι εξάλλου.

Γι’ αυτό δεν κλαις, ναι.

Συγγνώμη.

Φεύγω.

Δεν ξέρω αν  «στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε»,  όπως λέει το τραγούδι.

Ξέρω πως όπου κι αν είμαι, η καρδιά μου θα παραμένει εκεί.

Κρυμμένη, φοβισμένη στην αγκαλιά σου.

Ό,τι κι αν γίνει, τίποτα δεν αλλάζει εκείνο το απόγευμα πάνω απ’ τα σύννεφα.

Φεύγω.

Με περιμένει το λεωφορείο.

Δε θα σε ξεχάσω, στο υποσχέθηκα, θυμάσαι;

Δε σου ζητώ το ίδιο, δεν είμαι τόσο εγωίστρια.

Ξέρω ότι με αγαπάς.

Αλλά το μόνο που θέλω είναι να προσέχεις εσένα.

Μην το παραμελείς, εντάξει;

Πρώτα εσύ, τα πάντα εσύ.

Φεύγω.

Αντίο.

Για τώρα.

Μετά το ναυάγιο…


drowning-girl-sea-water-Favim.com-112419

Κάποτε είχα ακούσει πως ο χρόνος είναι ο πιο ανελέητος δυνάστης..Στο πέρασμα του προσπαθεί να καταστρέψει βαθιά συναισθήματα, λαμπερά χαμόγελα, προσεκτικά οικοδομημένες σχέσεις..Κι όμως, ίσως, κάποια απ’ αυτά να έχουν το θάρρος να αγωνιστούν σθεναρά σ’ αυτόν τον «πόλεμο», με όλες τους τις δυνάμεις και να κατορθώσουν τελικά να δραπετεύσουν από τα αιματηρά δεσμά του κατακτητή χρόνου..Με αυτόν τον τρόπο, υποθέτω πως κατάφερε να διασωθεί και η περισσή μου αγάπη προς τα μονοπάτια του συγκεκριμένου ιστότοπου, το πάθος μου προς την εξωτερίκευση των πιο ενδόμυχων μου σκέψεων και την ανταλλαγή απόψεων και ιδεών με όσους μου κάνουν την τιμή να επισκέπτονται που και που τη γειτονια μου.

Ποιος αμφισβήτησε όμως ότι σε κάθε πολέμο υπάρχουν παράπλευρες απώλειες; Πόσος καιρός έχει περάσει άραγε απ’ την τελευταία φορά που αποφάσισα να γράψω ήρεμα και σοβαρά; Διαβάζω πλέον τα παλαιότερα κειμενά μου και έχω την αίσθηση ότι δεν ήμουν εγώ, αλλά κάποιος άλλος, κάποιο μυστηριώδες πλάσμα που κινούσε σιγά σιγά τα νήματα της σκέψης και της φαντασίας μου, τα δάχτυλά μου πάνω στο πληκτρολόγιο του παλιού μου υπολογιστή. Πού χάθηκε η, έστω και λιγοστή μου τότε, έμπνευσή: Ποιός την έκλεψε; H ήταν μήπως κι αυτή ένα από τα θύματα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του ανάλγητου αυτού χρόνου: Θα μπορέσω ποτέ να γράψω όπως παλιά: Ποια μάγισσα, ποιος μάντης θα μου απαντήσει: Ο χρόνος συνεχίζει να κυλάει και πλέον όχι απλώς μια έντονη επιθυμία, αλλά μια άμεση αναγκαιότητα να γράψω κάτι κατακλύζει μανιωδώς κάθε δωματιάκι του μυαλού μου..

Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ήταν συνειδητή επιλογή μου να απομακρυνθώ..Θα μου πείτε, τι νόημα έχει να σας ζαλίζω με τις περιττές μου δικαιολογίες: Ίσως, πράγματι, κανένα..Κι όμως, επιτρέψτε μου, αυτή τη φορά, να επιχειρήσω δειλά-δειλά να αντλήσω, μετά από πολύ πολύ καιρό, λίγη απ’ την χρυσόσκονη των τόσο πολυπόθητων αυτών αστεριών και, παρά το τέλος του καλοκαιριού, να σας μεταφέρω σε μια σύντομη κρουαζιέρα. Ελάτε, μη διστάζετε, ετοιμάστε προσεκτικά τις βαλίτσες σας, γεμίστε τα αποθέματά σας με άφθονα χαμόγελα, καλή διάθεση και χιούμορ, επιβιβαστείτε στο πλοίο των ονείρων σας και ετοιμαστείτε για την πιο όμορφη και μαγευτική εμπειρία της ζωής σας.

Για μένα, ωστόσο, δυστυχώς, δε θα μπορούσα να πώ ότι τα πράγματα ξεδιπλώθηκαν κατά τον τρόπο αυτό.. Ούτε καν κατά έναν παραπλήσιο. Πριν από ένα χρόνο περίπου, έχοντας αποφοιτήσει από τη Β’ Λυκείου, αποφάσισα να ξεκινήσω ένα μακρινό και αναμφίβολα δύσκολο ταξίδι με το καράβι της προετοιμασίας για τις Πανελλαδικές εξετάσεις του Μαιου του 2013, μαζί με χιλιάδες, ακόμα, φυσικά, υποψηφίους. Φόρτωσα, λοιπόν, τις αποσκευές μου με μπόλικο άγχος, αλλά κατά βάθος και μία μύχια ελπίδα, αμέτρητα φαινομενικά άπιαστα όνειρα και πολλούς πολλούς στόχους.

Οι μέρες σιγά σιγά και βασανιστικά περνούσαν, ώσπου το καράβι μας συγκρούστηκε με ένα τεράστιο, δόλιο παγόβουνο. Μέσα σε λίγες στιγμές, τα πάντα κατέρρευσαν, στην κυριολεξία.. Κάθε ίχνος υπομονής, κάθε αχτίδα κουράγιου και θετικής σκέψης, μετατράπηκαν αυτόματα σε βορά των πιο αδυσώπητων και φριχτών τεράτων του ωκεανού. Ό,τι γνωσεις κολύμβησης διέθετα απορροφήθηκαν με τη μία από μερικά ύπουλα σφουγγάρια του βυθού, αφήνοντας με έρμαιο στα ατελείωτα κύματα που χτυπούσαν το κορμί μου. Ένιωθα τα τελευταία μόρια οξυγόνου στους πνεύμονές μου να εξαντλούνται κι εγώ σταδιακά να πνίγομαι.. Το παράξενο ήταν ότι κανείς από τους υπόλοιπους συνεπιβάτες μου δεν έμοιαζε να το ‘χει πάρει τόσο σοβαρά. Υπήρχαν βέβαια κάποιοι που φαίνονταν να παλεύουν με δυσκολία με τη θάλασσα, αλλά δεν έβλεπα κανέναν γύρω μου να αντιμετωπίζει προβλήματα αναπνοής..Τι στο καλό έτρεχε μαζί μου: Γιατί σε εμένα: Και τι μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμη; Να παραδοθώ έτσι απλά, να αφεθώ σ’ έναν νομοτελειακό θάνατο;

Για πολύ καλή μου τύχη, κάποια πανέμορφη γοργόνα, καθώς έπαιζε ανέμελα με τα πολύχρωμα κοχύλια στα πλούσια μαλλιά της, άκουσε τις κραυγές οδύνης μου και μάλλον με λυπήθηκε. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου ειδοποίησε τους φίλους της τα δελφίνια και άλλα καλόκαρδα, μαγικά πλάσματα του βυθού, τα οποία έσπευσαν να χαρίσουν λίγη πνοή στο διαλυμένο μου εαυτό. Σιγά σιγά με οδήγησαν, στις πλάτες τους, στη στεριά την οποία στόχευα. Η διαδρομή αυτή συνέχισε να είναι επίπονη, καθώς ακόμα και τα δελφινάκια ή οι μαγευτικές γοργόνες αδυνατούσαν να εμποδίσουν τα ήδη υπάρχοντα κύματα από το να συνεχίσουν να χτυπάνε αλύπητα τις πληγές του ταλαιπωρημένου μου σώματος. Τουλάχιστον όμως επιβίωσα κι έφτασα ζωντανή και ασφαλής στον αρχικό μου προορισμό.

Το πιο πιθανόν είναι οι περισσότεροι να βρίσκετε τα λεγόμενα μου τελείως υπερβολικά ή τις περιγραφές και τις μεταφορές μου άκρως κουραστικές, ψιθυρίζοντας από μέσα σας: Κι εμείς περάσαμε από Πανελλήνιες, κοπελιά, και πολύ περισσότερο καθοριστικές εξετάσεις, αλλά δεν κάναμε έτσι! Δεν το αμφισβητώ αυτό, σε καμία περίπτωση, αλλά σας διαβεβαιώ ότι η χρονιά αυτή για εμένα προσωπικά, ήταν, ειλικρινά, μακράν η δυσκολότερη όλων. Ένα υπερβολικό άγχος, ο αδιάκοπος φόβος της αποτυχίας, η παντελής έλλειψη της αυτοπεποίθησης, η πλήρης σχεδόν απουσία ύπνου και μια απέχθεια προς κάθετι φαγώσιμο, σε συνδυασμό με πολυάριθμα άλλα προσωπικά προβλήματα ήταν, στη δική μου ιστορία, τα θαλάσσια τέρατα που ήταν αρκετά για να με οδηγήσουν σταδιακά, αλλά γρήγορα, στη σωματική, αλλά και ψυχολογική κατάπτωση. Τελικά βέβαια όλα είχαν αίσιο τέλος, χάρις όμως στην ανεκτίμητη βοήθεια των δικών μου «ηρώων του βυθού», της οικογένειας, λιγοστών καλών μου φίλων και (last but not least) του αγοριού μου, του Αλέξανδρου. Ήταν εκείνοι που υπέμειναν καρτερικά τις συνεχείς μου κρίσεις πανικού, τις λιποθυμίες, τα πολύωρα κλάματα καθώς και τις δηλώσεις «Δεν πάω να γράψω, έτσι κι αλλιώς θα αποτύχω σίγουρα.» Νομίζω ότι τα χρωστάω ΟΛΑ στους ανθρώπους αυτούς.

Στην πραγματικότητα, οι εξετάσεις αυτές ήταν απλά ένα ιδιαίτερα ψυχοφθόρο ταξίδι, ένα μονοπάτι προς την πραγματοποίηση κάποιων νεανικών ονείρων, δεν ήταν το παν. Η ζωή δυστυχώς απαρτίζεται από χίλιες φορές πιο δυσχερείς, δύσβατους και επικίνδυνους Λαβυρίνθους. Πολλές φορές μάλιστα δε θα μπορέσουμε καν να φτάσουμε στον επιθυμητό στόχο, είτε γιατί στην πορεία χάσαμε τον προσανατολισμό μας, είτε γιατί συναντήσαμε τον τρομερό Μινώταυρο. Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά να απολαύσουμε τη διαδρομή, όπως, πριν πολλά χρόνια, επισήμαινε, με την επιγραμματική του δεινότητα ο Καβάφης στην Ιθάκη. Γι’ αυτό, χαμογελάστε, αγκαλιάστε σφιχτά σφιχτά τους δικούς σας ανθρώπους και προσπαθήστε να αντιμετωπίσετε κάθε «ναυάγιο» της ζωής με κουράγιο, ψυχικό σθένος και αισιοδοξία. Να χαμογελάτε πάντοτε και μην χάνετε τον ενθουσιασμό και το πάθος σας για ο,τι αγαπάτε για κανέναν και για τίποτα.

Καπου εκει, μεσα στη βροχη…


Ήταν μία απ’ τις μέρες που η κυρία ζωή φαινόταν και πάλι να μην έχει διάθεση να της χαμογελάσει. Φαινόταν να είχε κλειδώσει πεισμωμένα σ’ ένα συρτάρι κάθε είδος καλής διάθεσης, κάθε φωτεινή αχτίδα ελπίδας, κάθε τελευταίο απόθεμα κουράγιου και υπομονής… Το κλειδί το είχε ρίξει στον ωκεανό των σπασμένων και κατακρεουργημένων ονείρων της, των συσσωρευμένων απογοητεύσεων που είχε υποστεί και μιας καμμένης ζωντανής αυτοπεποίθησης… Θυμόταν τη συμβουλή της φίλης της: «Κάτσε μέσα σήμερα, ηρέμησε και ξάπλωσε δίπλα στο αναμμένο τζάκι… Όλα θα περάσουν, κι εγώ κατά το βραδάκι, θα είμαι εκεί, το υπόσχομαι!»  Πώς μπορούσε όμως να κουλουριαστεί δίπλα στο τζάκι, ένα τζάκι που της θύμιζε το παρανάλωμα του ίδιου της, του χαμένου εαυτού; Πώς;

Αποφάσισε, λοιπόν, να βγεί έξω! Να προσπαθήσει να αναπνεύσει και πάλι! Είχε καιρό, εξάλλου.. Και ποιός ξέρει ίσως οι, εδώ και αιώνες, απενεργοποιημένοι της πνεύμονες, να αποφάσιζαν επιτέλους να την τιμήσουν με τη λειτουργία τους… Θεώρησε πώς ήταν η μόνη της ευκαιρία να νιώσει την παρουσία του μοναδικού ίσως που μοιραζόταν την ίδια διάθεση μ’ εκείνη… Κι αυτός δεν ήταν άλλος παρά ο καιρός, ο ουρανός, που έκλαιγε μαζί της, και είχε εξαπολύσει τον φίλο του τον άνεμο, μήπως και κατορθώσει να δώσει πνοή σε κάθε μαραμμένη ψυχή εκείνη το μοιραίο απόγευμα… Τουλάχιστον υπήρχε και κάποιος που δεν την πίεζε να υιοθετήσει ένα, ακόμα και ψεύτικο, χαμόγελο, απλά και μόνο γιατί είναι «αντιαισθητικό» και «όχι ευχάριστο» να εισπνέεις τις κομματιασμένες κραυγές ενός ανθρώπου για μια τζούρα ζωής…

Κι έτσι, λοιπόν, άρχισε να κάνει δειλά- δειλά βήματα μέσα στην οργισμένη βροχή… Προσπαθώντας να ναρκώσει το μυαλό της, παρατηρούσε μία μία τις σταγόνες της βροχής να φτάνουν στο έδαφος, άλλες πιο γρήγορα κι άλλες καθυστερημένα.. Λες κι έκαναν αγώνα δρόμου… Ποιό να ‘ναι το έπαθλο άραγε, αναρωτιόταν… Και ποιά η ουσία; Αφού έτσι κι αλλιώς, όλες θα απορροφηθούν στο τέλος από το διψασμένο έδαφος… Θα χαθούν, και θα ποδοπατηθούν, όπως ποδοπατήθηκαν και οι φιλοδοξίες στην καρδιά της… Προσηλωμένη στις μαύρες τις σκέψεις, αποκόπηκε τελείως από το γύρω της περιβάλλον και χωρίς καν να το καταλάβει, δάκρυα άρχισαν να κυλούν και πάλι, καίγοντας τα ήδη ταλαιπωρημένα της μάγουλα.. Ένιωσε μια ζάλη να την κυριεύει και έπεσε κάτω στο έδαφος, παρακαλώντας να η γη να ξεριζώσει την καρδιά της, να μην πονάει πια…

«Δεσποινίς;; Δεσποινίς; Δεσποινίς μ’ ακούτε; Συγγνώμη;;» ακούγόταν μια υπόκωφη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού της…  Τότε, ξαφνικά, ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της, και μην πιστεύοντας τις ίδιες της τις αισθήσεις, σήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι της… «Είστε καλά;», λίγες λέξεις ξεπήδησαν ξαφνικά από το στόμα ενός τρομαγμένου, ξαφνιασμένου και καταβρεγμένου νεαρού που προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το βλέμμα της… Η κοπέλα σηκώθηκε, και μετά από λίγη ώρα, απάντησε «Εεε ναι, ναι, καλά είμαι!», φωνάζοντας μέσα της το αντίθετο και χαστουκίζοντας με μανία την ανεξήγητη υποκρισία της…»Δε νομίζω… Είχατε πέσει κάτω, στη μέση του δρόμου!! Μπορώ να σας βοηθήσω στο οτιδήποτε; Ειλικρινά;» Αφού συνειδητοποίησε τι ακριβώς είχε συμβεί και μένοντας άφωνη απ’ το σημείο στο οποίο είχε φτάσει, προσπάθησε μάταια να αρθρώσει κάποιες λέξεις, να δικαιολογηθεί.. «Δεν χρειάζεται να εξηγήσετε, προς Θεού.. Και συγχωρέστε με για την αδιακρισία μου…», της είπε, χαρίζοντας της ένα ζεστό βλέμμα… «Το σπίτι μου είναι απέναντι, θα ήταν πολύ τρελό και αγενές να σας ζητήσω να έρθετε για λίγο μέσα, μέχρι να περάσει η καταιγίδα;»  Κάθε απόθεμα λογικής που της είχε ξεμείνει, της έλεγε να αρνηθεί. Δεν τον ήξερε καν. Ποιός ξέρει τι μπορεί να ζητούσε από εκείνη… Δεν ακούγονταν και λίγα, τα τελευταία χρόνια… Κι όμως η καρδιά της και όλα μέσα της της φώναζαν ΝΑΙ!!! Ένα απεγνωσμένο ναι!!! Χωρίς να ξέρει γιατί, χωρίς να γνωρίζει απολύτως τίποτε..  Εξάλλου της ήταν αδύνατο να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή… Μόνο την καρδιά της άκουγε να χτυπάει δυνατά, πολύ δυνατά… Και τον άνθρωπο απέναντι της να της λέει «Τι χαζός που είμαι! Δε συστηθήκαμε καν! Αλέξανδρος… Να μιλάμε στον ενικό ε;»,και της έδωσε το χέρι του… Αυτή, με τη λιγοστή δύναμη που είχε πια, τραύλισε «Αφροδίτη» και του έσφιξε το χέρι…

Ποτέ δεν χρειάστηκε να δώσει απάντηση στην προσκλησή του, απλά εκείνος  συνέχισε να της κρατάει γερά το χέρι και την οδήγησε μέσα… » Κάθησε όπου θέλεις και θα σου φέρω ένα πάπλωμα να ζεσταθείς κι ένα ζεστό ποτήρι τσάι! Πρέπει να έχεις παγώσει αφάνταστα..»  Και ναι, είχε παγώσει, αλλά ήταν συνηθισμένη… Ο πάγος στην καρδιά της δε συγκρινόταν με τίποτα… Μετά από λίγο κάθησε δίπλα της και της είπε: » Σίγουρα θα μ’ έχεις περάσει για κάποιον τρελό που φέρνει ξένες στο σπίτι του.. Δεν είναι έτσι… Απλώς δεν μπορούσα να σ’ αφήσω έξω έτσι, και χωρίς παρεξήγηση φαινόσουν τελείως χαμένη…Και η αλήθεια είναι, μου θύμησες λίγο τον εαυτό μου… Πριν από κάποιους μήνες, περνούσα κι εγώ μια εξαιρετικά δύσκολη φάση της ζωής μου, αλλά, όπως βλέπεις, το ξεπέρασα…Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ, να ‘σαι σίγουρη, ό,τι κι αν είναι αυτό που σε βασανίζει…», είπε και χαμογέλασε πλατιά.. Η Αφροδίτη δεν απάντησε, απλά προσπάθησε κι εκείνη να χαμογελάσει, γεγονός που πριν λίγα λεπτά, της φαινόταν ακατόρθωτο.. Τα λόγια του ενεργούσαν σαν το καλύτερο παυσίπονο για τη ραγισμένη της καρδιά και τα χειρουργημένα της αισθήματα… Και σιγά σιγά, ηρέμησε τόσο πολύ που την πήρε ο ύπνος… Κοιμήθηκε, έπειτα από βδομάδες αυπνίας, δακρυσμένων νυκτών και μεθυσμένων δακρύων με γεύση βότκα…  Κοιμήθηκε εκεί, δίπλα του, με την ανάσα του να τη νανουρίζει…

Μια καινούργια μέρα άρχισε λίγες ώρες μετά γι΄ αυτή… Και μεταφορικά και κυριολεκτικά…

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…)

ΦΙΛΟΙ ΚΙ ΕΧΘΡΟΙ…


Σου έχει τύχει ποτέ να κοιτάς τη θάλασσα και να σκέφτεσαι πόσο θα ‘θελες να φύγεις; Να ξεφύγεις; Να τ’ αφήσεις όλα πίσω και να πάς στην άλλη άκρη του κόσμου, αναζητώντας… Αναζητώντας τι; Μια καλύτερη τύχη… Λες κι η θεά τύχη είναι πιο ευνοική πέρα από τον ωκεανό…  Λες κι ο ωκεανός είναι αυτός που με τα πελώρια του κύμματα πλημμυρίζει τη ζωή σου με δάκρυα, ανικανοποίητες φιλοδοξίες και συσσωρευμένες απογοητεύσεις… Και μέσα σ’ όλα αυτά, σε κυριεύει ο φόβος… Ο φόβος ότι θα μείνεις για πάντα εδώ… Εγκλωβισμένος στη φυλακή των ανεκπλήρωτων σου πόθων…  Το έχεις ποτέ στ’ αλήθεια νιώσει;

Θες την αλήθεια;  Αμφιβάλλω… Αμφιβάλλω πολύ… Αμφιβάλλω αν έχεις νιώσει ακόμα και κάτι παρόμοιο… Κάτι που να πλησιάζει έστω και λίγο σ’ αυτό το συναίσθημα της απελπισίας,  σ’ αυτόν τον καταθλιπτικό παραλογισμό… Γιατί αν είχες νιώσει, τότε θα καταλάβαινες… Τότε θα ‘σουν αλλιώς!! Πώς είναι δυνατόν να βλέπεις τα μάτια μου κόκκινα, σαν να τα μαστίζει κάποιος δαίμονας της απαισιοδοξίας και των ακατάπαυστων δακρύων, κι εσύ να χαμογελάς;  Πώς είναι δυνατόν να με κοιτάς με περισσότερο μίσος κι απ’ ό,τι θα κοιτούσες κάποιον αισχρό δολοφόνο και να απομακρύνεις  αμέσως το βλέμμα σου; Και να φανταστείς, είσαι ο ίδιος ακριβώς  άνθρωπος που χάραζε κάποτε στον τοίχο του δωματίου μου «Φίλες για πάντα»…  Που με περίσσια σιγουριά με καθησύχαζε, ψιθυρίζοντάς μου:  «Μήν φοβάσαι τον κόσμο, εγώ θα ‘μαι δίπλα σου, θα κρατάω την καρδιά σου τόσο σφιχτά που κανένας δε θα μπορεί να τη ραγίσει…Σου το πόσχομαι!!»  Και στο τέλος, ο ίδιος αυτός άνθρωπος,την έσφιξε τόσο σφιχτά που έγινε μικρά- μικρά κομματάκια…Και τα θρύψαλα με ευχαρίστηση τα πέταξε στη χωματερή… Μάλλον είναι φανερό ποιός είναι ο πραγματικός δολοφόνος εδώ…

Ξέρεις κάτι; Όχι, όχι, σου ζητώ συγγνώμη… Εγώ έφταιξα…  Χίλια συγγνώμη… Κανείς δε μου ‘πε να ‘μαι τόσο αφελής… Κανείς δε μου ‘πε να παραδωθώ ολόκληρη σε μια φιλία που δεν οδηγούσε πουθενά… Κι όμως το έκανα… Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, δε λένε;  Κανείς δε λέει όμως τι να κάνεις όταν τα έχεις ήδη χτίσει και ξαφνικά συνθλίβονται… Και μαζί τους συνθλίβονται κι όλα τα όνειρα που είχες κάνει μέχρι τότε… Όλες οι ελπίδες σου, όλα τα στηρίγματα σου, όλα εκείνα που ως τότε έφερναν ένα χαμόγελο στα χείλη σου, εκεί που δεν το περιμένεις, γίνονται σκόνη… Χάνονται, κι ο ανελέητος βοριάς τα μεταφέρει μακρυά… Πολύ μακρυά, εκεί που ποτέ δε θα τα βρείς… Πάνε να πλανέψουν κάποιον άλλον, άτυχο… Και σε ‘σένα μένουν ενθύμιο κάτι λίγες στάχτες, για να σου θυμίζουν τα περασμένα συναισθήματα σου, που έγιναν ολοκαύτωμα στην πυρά του εγωισμού και της ματαιδοξίας κάποιων…

Φυσικά, τι κάθομαι και σου λέω τώρα…Είμαι σίγουρη πως εκείνο το χαρακτηριστικό σου, λωξό χαμόγελο θα ‘χει αρχίσει να διαγράφεται και πάλι , ενώ το ένα σου φρύδι θα έχει σηκωθεί, αναρωτώμενη γιατί σε βασανίζω με τις ασυναρτησίες μου αυτές… Και, δε θα σου χαλάσω το χατήρι, ποτέ δεν το έκανα άλλωστε… Θα σταματήσω… Έτσι κι αλλιώς έχουν περάσει μήνες από τότε κι ήδη ο πόνος έχει αρχίσει να καταλαγιάζει… Ήδη έχω αρχίσει να αναπνέω και πάλι… Και τελικά, τώρα που πλέον ανάρρωσα από τον ιό της υποκρισίας και της δήθεν αθωότητας σου, θέλω να ξέρεις κάτι. Ακόμα κι αν εγώ δε σήμαινα ποτέ τίποτα για σένα, ακόμα αν πούλησες όλα εκείνα που σου είχα δώσει για να ικανοποιήσεις τις φτηνές σου επιθυμίες, ακόμα κι αν πάτησες και χόρεψες πάνω στη κατεστραμμένη μου ψυχολογία, δεν κέρδισες..!!!! Γιατί η νίκη στη ζωή σίγουρα δε μετριέται με κριτήριο το πόσους γκρέμισες, αλλά με κριτήριο την ανιδιοτελή και αγνή αγάπη με την οποία χτίζεις τα μονοπάτια που σ’ ενώνουν με τους γύρω σου! Και λυπάμαι πολύ που θα στο πώ, αλλά για ‘σένα αυτή είναι ανύπαρκτη.  Το πιο παράξενο είναι ότι στ’  αλήθεια λυπάμαι… Ακόμα και τώρα, λυπάμαι… Βλέπεις, υπάρχει μια λέξη, τελείως άγνωστη για σένα, μπορείς να κοιτάξεις στο λεξικό… Είναι η «φιλία», κι έχουν διατηρηθεί μέχρι και τώρα, κατά έναν πολύ παράξενο τρόπο, κάτι λίγα αποθέματα στην καρδιά μου…  Αλλά  ακόμα και τα καλύτερα λεξικά δεν μπορούν να το εξηγήσουν αυτό σε ‘σένα…

Ένα πράγμα αποκόμισα από όλη αυτή την ιστορία, όσο οδυνηρή κι αν ήταν.  Η ζωή είναι ένας απέραντος κινηματογράφος!  Μπορεί οι ήρωες να ταλαιπωρούνται, να εγκλωβίζονται σε αδιέξοδα, και να παγιδεύονται σε χαώδη δάση, με άνθρωποφάγα αγρίμια… Μπορεί, ακόμη, πολλές φορές να είναι τόσο απερίσκεπτοι που να συνάψουν φιλίες με τ’ αγρίμια αυτά, και, να τραυματιστούν σοβαρά… Δεν παύουν όμως ποτέ να είναι αληθινοί ΗΡΩΕΣ!! Και το τέλος το γράφουν πάντα μα πάντα μόνο αυτοί!!

                                                                                               ❤ THE END ❤