Tag Archive | προδοσία

Στο ακρογιάλι της Ουτοπίας…


Αυτό που θα’θελα απόψε,είναι τη ζωή μου πίσω.
Αλλά δεν ξέρω από ποιον να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα,τόσο τη χαράμισα,τόσο τη δάνεισα,τόσο
την ξερίζωσα.Από ποιον να τη ζητήσω τώρα…
Και τι ωφελεί…
Αυτό που θα ήθελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω
πάνω του και να κλάψω.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα.
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για
όσα περίμενα και δεν ήρθαν. Για όσα ήρθαν. Για όσα με πρόδωσαν.
Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν
. Για όσα μ’ανάστησαν.

Να κλάψω πολύ.Με λυγμούς.Με κραυγές.
Για όλα…
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν’ακούσω τη φωνή του
να μου πει ψιθυριστά:
«Μην κλαις».Μόνο αυτό.Τίποτ’άλλο.
Μην κλαις. Μόνο αυτό…
..Αυτή η αβάσταχτη ανάγκη , να θέλεις σε κάποιον να χαριστείς.
Και αυτός ο κάποιος να μη μπορεί να πάρει μια μορφή, μες στο μυαλό σου.
Να θέλεις να μαδήσεις την ύπαρξη σου. Να τη σκορπίσεις.
Να την πυρπολήσεις, μόνο για χάρη του.
Να θέλεις να του αφιερώσεις ένα τραγούδι. να του στείλεις ένα φιλί.
Και να μη βρίσκεις πουθενά τα χνάρια του για να τ’ακολουθήσεις.
Μου λείπει η αγάπη μου,εντάξει. Μου λείπει αφόρητα.
Μα σίγουρα, δεν είναι το πρόσωπο της που ψάχνω μέσα σ’ αυτό το τοπίο.
Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος. που έχει κουλουριαστεί μες στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό, έστω στην άκρη των μαλλιών…
Τόσο πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;
Τόσο πολλά;

Αλκυόνη Παπαδάκη

….

Ξημέρωσε και πάλι..Πονηρή, δόλια η νύχτα..Κρύβει παγίδες, καταβροχθίζει όνειρα, διογκώνει πληγές.. Το ξέρω, ναι… Το ξέρω, δε θα πέσω πάλι στην παγίδα της..Είμαι δυνατή, ναι… 

Σε ποιον τα επαναλαμβάνω όλα αυτά; Ποιον νομίζω ότι κοροιδεύω; Αφού κανείς δεν είναι εδώ… Κι αν, κατα τύχη, ήταν; Xαζές ερωτήσεις…Ψευδαισθήσεις που γεμίζουν σαν καπνός την τελευταία ίνα λογικής που μου ‘χει απομείνει…

Δεν είσαι εδώ απόψε, επαναλαμβάνω για χιλιοστή φορά..Πώς χαραμίζονται έτσι οι λέξεις πλέον, το συνειδητοποιείς;..»Απόψε».. Λες και κάτι άλλαξε από χτες, ή θα αλλάξει αύριο..Πού βρίσκεσαι στ’ αλήθεια;  Το μυαλό σου; Η καρδιά σου; Ποιος άνεμος τα ‘χει παρασύρει; Ποιος χείμαρρος τα μόλυνε; Σε ποιο στενάκι τριγυρνούν απόψε;

Σκέφτομαι να ψάξω πάλι σ’ εκείνο το παγκάκι..Ίσως κάτι να ΄χει απομείνει από εκείνη τη βραδιά..Μου υποσχέθηκες, θυμάσαι; Τι σημασία έχει πλέον, άραγε.. Όλα κάηκαν, ανόητη, όλα έγιναν στάχτη..

Κι αν κάνω λάθος;  Τότε..Τότε..Θα σε περιμένω, μ’ακούς;

Φωνάζω μ’ όλη μου τη δύναμη, μ΄ακούς;

Mάλλον τελικά δεν είσαι πουθενά….

Καληνύχτα παλιέ μου φίλε.

Θα σε θυμάμαι.

Να προσέχεις.

ΦΙΛΟΙ ΚΙ ΕΧΘΡΟΙ…


Σου έχει τύχει ποτέ να κοιτάς τη θάλασσα και να σκέφτεσαι πόσο θα ‘θελες να φύγεις; Να ξεφύγεις; Να τ’ αφήσεις όλα πίσω και να πάς στην άλλη άκρη του κόσμου, αναζητώντας… Αναζητώντας τι; Μια καλύτερη τύχη… Λες κι η θεά τύχη είναι πιο ευνοική πέρα από τον ωκεανό…  Λες κι ο ωκεανός είναι αυτός που με τα πελώρια του κύμματα πλημμυρίζει τη ζωή σου με δάκρυα, ανικανοποίητες φιλοδοξίες και συσσωρευμένες απογοητεύσεις… Και μέσα σ’ όλα αυτά, σε κυριεύει ο φόβος… Ο φόβος ότι θα μείνεις για πάντα εδώ… Εγκλωβισμένος στη φυλακή των ανεκπλήρωτων σου πόθων…  Το έχεις ποτέ στ’ αλήθεια νιώσει;

Θες την αλήθεια;  Αμφιβάλλω… Αμφιβάλλω πολύ… Αμφιβάλλω αν έχεις νιώσει ακόμα και κάτι παρόμοιο… Κάτι που να πλησιάζει έστω και λίγο σ’ αυτό το συναίσθημα της απελπισίας,  σ’ αυτόν τον καταθλιπτικό παραλογισμό… Γιατί αν είχες νιώσει, τότε θα καταλάβαινες… Τότε θα ‘σουν αλλιώς!! Πώς είναι δυνατόν να βλέπεις τα μάτια μου κόκκινα, σαν να τα μαστίζει κάποιος δαίμονας της απαισιοδοξίας και των ακατάπαυστων δακρύων, κι εσύ να χαμογελάς;  Πώς είναι δυνατόν να με κοιτάς με περισσότερο μίσος κι απ’ ό,τι θα κοιτούσες κάποιον αισχρό δολοφόνο και να απομακρύνεις  αμέσως το βλέμμα σου; Και να φανταστείς, είσαι ο ίδιος ακριβώς  άνθρωπος που χάραζε κάποτε στον τοίχο του δωματίου μου «Φίλες για πάντα»…  Που με περίσσια σιγουριά με καθησύχαζε, ψιθυρίζοντάς μου:  «Μήν φοβάσαι τον κόσμο, εγώ θα ‘μαι δίπλα σου, θα κρατάω την καρδιά σου τόσο σφιχτά που κανένας δε θα μπορεί να τη ραγίσει…Σου το πόσχομαι!!»  Και στο τέλος, ο ίδιος αυτός άνθρωπος,την έσφιξε τόσο σφιχτά που έγινε μικρά- μικρά κομματάκια…Και τα θρύψαλα με ευχαρίστηση τα πέταξε στη χωματερή… Μάλλον είναι φανερό ποιός είναι ο πραγματικός δολοφόνος εδώ…

Ξέρεις κάτι; Όχι, όχι, σου ζητώ συγγνώμη… Εγώ έφταιξα…  Χίλια συγγνώμη… Κανείς δε μου ‘πε να ‘μαι τόσο αφελής… Κανείς δε μου ‘πε να παραδωθώ ολόκληρη σε μια φιλία που δεν οδηγούσε πουθενά… Κι όμως το έκανα… Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, δε λένε;  Κανείς δε λέει όμως τι να κάνεις όταν τα έχεις ήδη χτίσει και ξαφνικά συνθλίβονται… Και μαζί τους συνθλίβονται κι όλα τα όνειρα που είχες κάνει μέχρι τότε… Όλες οι ελπίδες σου, όλα τα στηρίγματα σου, όλα εκείνα που ως τότε έφερναν ένα χαμόγελο στα χείλη σου, εκεί που δεν το περιμένεις, γίνονται σκόνη… Χάνονται, κι ο ανελέητος βοριάς τα μεταφέρει μακρυά… Πολύ μακρυά, εκεί που ποτέ δε θα τα βρείς… Πάνε να πλανέψουν κάποιον άλλον, άτυχο… Και σε ‘σένα μένουν ενθύμιο κάτι λίγες στάχτες, για να σου θυμίζουν τα περασμένα συναισθήματα σου, που έγιναν ολοκαύτωμα στην πυρά του εγωισμού και της ματαιδοξίας κάποιων…

Φυσικά, τι κάθομαι και σου λέω τώρα…Είμαι σίγουρη πως εκείνο το χαρακτηριστικό σου, λωξό χαμόγελο θα ‘χει αρχίσει να διαγράφεται και πάλι , ενώ το ένα σου φρύδι θα έχει σηκωθεί, αναρωτώμενη γιατί σε βασανίζω με τις ασυναρτησίες μου αυτές… Και, δε θα σου χαλάσω το χατήρι, ποτέ δεν το έκανα άλλωστε… Θα σταματήσω… Έτσι κι αλλιώς έχουν περάσει μήνες από τότε κι ήδη ο πόνος έχει αρχίσει να καταλαγιάζει… Ήδη έχω αρχίσει να αναπνέω και πάλι… Και τελικά, τώρα που πλέον ανάρρωσα από τον ιό της υποκρισίας και της δήθεν αθωότητας σου, θέλω να ξέρεις κάτι. Ακόμα κι αν εγώ δε σήμαινα ποτέ τίποτα για σένα, ακόμα αν πούλησες όλα εκείνα που σου είχα δώσει για να ικανοποιήσεις τις φτηνές σου επιθυμίες, ακόμα κι αν πάτησες και χόρεψες πάνω στη κατεστραμμένη μου ψυχολογία, δεν κέρδισες..!!!! Γιατί η νίκη στη ζωή σίγουρα δε μετριέται με κριτήριο το πόσους γκρέμισες, αλλά με κριτήριο την ανιδιοτελή και αγνή αγάπη με την οποία χτίζεις τα μονοπάτια που σ’ ενώνουν με τους γύρω σου! Και λυπάμαι πολύ που θα στο πώ, αλλά για ‘σένα αυτή είναι ανύπαρκτη.  Το πιο παράξενο είναι ότι στ’  αλήθεια λυπάμαι… Ακόμα και τώρα, λυπάμαι… Βλέπεις, υπάρχει μια λέξη, τελείως άγνωστη για σένα, μπορείς να κοιτάξεις στο λεξικό… Είναι η «φιλία», κι έχουν διατηρηθεί μέχρι και τώρα, κατά έναν πολύ παράξενο τρόπο, κάτι λίγα αποθέματα στην καρδιά μου…  Αλλά  ακόμα και τα καλύτερα λεξικά δεν μπορούν να το εξηγήσουν αυτό σε ‘σένα…

Ένα πράγμα αποκόμισα από όλη αυτή την ιστορία, όσο οδυνηρή κι αν ήταν.  Η ζωή είναι ένας απέραντος κινηματογράφος!  Μπορεί οι ήρωες να ταλαιπωρούνται, να εγκλωβίζονται σε αδιέξοδα, και να παγιδεύονται σε χαώδη δάση, με άνθρωποφάγα αγρίμια… Μπορεί, ακόμη, πολλές φορές να είναι τόσο απερίσκεπτοι που να συνάψουν φιλίες με τ’ αγρίμια αυτά, και, να τραυματιστούν σοβαρά… Δεν παύουν όμως ποτέ να είναι αληθινοί ΗΡΩΕΣ!! Και το τέλος το γράφουν πάντα μα πάντα μόνο αυτοί!!

                                                                                               ❤ THE END ❤