Tag Archive | νύχτα σκέψεις

Φεύγω…


Ο ήλιος σήμερα έχει φορέσει το άλλο πρόσωπό του, το εκδικητικό.

Μοιάζουν οι αχτίδες του σαν δισεκατομμύρια μαχαίρια που καρφώνονται περίτεχνα σε κάθε χιλιοστό του σώματος μου.

Από πού πηγάζει ο καπνός αυτός; Μόνο εγώ τον νιώθω να κλέβει αδιάντροπα κάθε μόριο οξυγόνου απ’ τους ήδη καταδικασμένους μου πνεύμονες;

Φεύγω.

Θα το καταλάβει άραγε κανείς;

Θα υπάρξει νύχτα που θα με αναζητήσει κάποιος;

Φεύγω.

Κοιτάζω παλιές φωτογραφίες.

Μόνο αυτές γλιτώνουν απ’ τον πόλεμο του χρόνου τελικά.

Φεύγω.

Κανείς δεν ξέρει πως θα ‘ναι το πρόσωπό σου την επόμενη φορά που θα σε αντικρίσω.

Ποιον μάντη να επισκεφτώ, να μου αποκαλύψει  πως θα με κοιτάζουν τα μάτια σου τότε;

Και τι νόημα θα έχει;

Φεύγω.

Το καταλαβαίνεις;

Πού εισαι;

Μην έρθεις μέχρι τότε.

Δεν αντέχω άλλο τον αποχαιρετισμό.

Φεύγω.

Μάλλον, τελικά, θα ‘σαι καλύτερα χωρίς εμένα εδώ.

Όλοι θα ‘ναι εξάλλου.

Γι’ αυτό δεν κλαις, ναι.

Συγγνώμη.

Φεύγω.

Δεν ξέρω αν  «στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε»,  όπως λέει το τραγούδι.

Ξέρω πως όπου κι αν είμαι, η καρδιά μου θα παραμένει εκεί.

Κρυμμένη, φοβισμένη στην αγκαλιά σου.

Ό,τι κι αν γίνει, τίποτα δεν αλλάζει εκείνο το απόγευμα πάνω απ’ τα σύννεφα.

Φεύγω.

Με περιμένει το λεωφορείο.

Δε θα σε ξεχάσω, στο υποσχέθηκα, θυμάσαι;

Δε σου ζητώ το ίδιο, δεν είμαι τόσο εγωίστρια.

Ξέρω ότι με αγαπάς.

Αλλά το μόνο που θέλω είναι να προσέχεις εσένα.

Μην το παραμελείς, εντάξει;

Πρώτα εσύ, τα πάντα εσύ.

Φεύγω.

Αντίο.

Για τώρα.

Advertisements

Καπου εκει, μεσα στη βροχη…


Ήταν μία απ’ τις μέρες που η κυρία ζωή φαινόταν και πάλι να μην έχει διάθεση να της χαμογελάσει. Φαινόταν να είχε κλειδώσει πεισμωμένα σ’ ένα συρτάρι κάθε είδος καλής διάθεσης, κάθε φωτεινή αχτίδα ελπίδας, κάθε τελευταίο απόθεμα κουράγιου και υπομονής… Το κλειδί το είχε ρίξει στον ωκεανό των σπασμένων και κατακρεουργημένων ονείρων της, των συσσωρευμένων απογοητεύσεων που είχε υποστεί και μιας καμμένης ζωντανής αυτοπεποίθησης… Θυμόταν τη συμβουλή της φίλης της: «Κάτσε μέσα σήμερα, ηρέμησε και ξάπλωσε δίπλα στο αναμμένο τζάκι… Όλα θα περάσουν, κι εγώ κατά το βραδάκι, θα είμαι εκεί, το υπόσχομαι!»  Πώς μπορούσε όμως να κουλουριαστεί δίπλα στο τζάκι, ένα τζάκι που της θύμιζε το παρανάλωμα του ίδιου της, του χαμένου εαυτού; Πώς;

Αποφάσισε, λοιπόν, να βγεί έξω! Να προσπαθήσει να αναπνεύσει και πάλι! Είχε καιρό, εξάλλου.. Και ποιός ξέρει ίσως οι, εδώ και αιώνες, απενεργοποιημένοι της πνεύμονες, να αποφάσιζαν επιτέλους να την τιμήσουν με τη λειτουργία τους… Θεώρησε πώς ήταν η μόνη της ευκαιρία να νιώσει την παρουσία του μοναδικού ίσως που μοιραζόταν την ίδια διάθεση μ’ εκείνη… Κι αυτός δεν ήταν άλλος παρά ο καιρός, ο ουρανός, που έκλαιγε μαζί της, και είχε εξαπολύσει τον φίλο του τον άνεμο, μήπως και κατορθώσει να δώσει πνοή σε κάθε μαραμμένη ψυχή εκείνη το μοιραίο απόγευμα… Τουλάχιστον υπήρχε και κάποιος που δεν την πίεζε να υιοθετήσει ένα, ακόμα και ψεύτικο, χαμόγελο, απλά και μόνο γιατί είναι «αντιαισθητικό» και «όχι ευχάριστο» να εισπνέεις τις κομματιασμένες κραυγές ενός ανθρώπου για μια τζούρα ζωής…

Κι έτσι, λοιπόν, άρχισε να κάνει δειλά- δειλά βήματα μέσα στην οργισμένη βροχή… Προσπαθώντας να ναρκώσει το μυαλό της, παρατηρούσε μία μία τις σταγόνες της βροχής να φτάνουν στο έδαφος, άλλες πιο γρήγορα κι άλλες καθυστερημένα.. Λες κι έκαναν αγώνα δρόμου… Ποιό να ‘ναι το έπαθλο άραγε, αναρωτιόταν… Και ποιά η ουσία; Αφού έτσι κι αλλιώς, όλες θα απορροφηθούν στο τέλος από το διψασμένο έδαφος… Θα χαθούν, και θα ποδοπατηθούν, όπως ποδοπατήθηκαν και οι φιλοδοξίες στην καρδιά της… Προσηλωμένη στις μαύρες τις σκέψεις, αποκόπηκε τελείως από το γύρω της περιβάλλον και χωρίς καν να το καταλάβει, δάκρυα άρχισαν να κυλούν και πάλι, καίγοντας τα ήδη ταλαιπωρημένα της μάγουλα.. Ένιωσε μια ζάλη να την κυριεύει και έπεσε κάτω στο έδαφος, παρακαλώντας να η γη να ξεριζώσει την καρδιά της, να μην πονάει πια…

«Δεσποινίς;; Δεσποινίς; Δεσποινίς μ’ ακούτε; Συγγνώμη;;» ακούγόταν μια υπόκωφη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού της…  Τότε, ξαφνικά, ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της, και μην πιστεύοντας τις ίδιες της τις αισθήσεις, σήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι της… «Είστε καλά;», λίγες λέξεις ξεπήδησαν ξαφνικά από το στόμα ενός τρομαγμένου, ξαφνιασμένου και καταβρεγμένου νεαρού που προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το βλέμμα της… Η κοπέλα σηκώθηκε, και μετά από λίγη ώρα, απάντησε «Εεε ναι, ναι, καλά είμαι!», φωνάζοντας μέσα της το αντίθετο και χαστουκίζοντας με μανία την ανεξήγητη υποκρισία της…»Δε νομίζω… Είχατε πέσει κάτω, στη μέση του δρόμου!! Μπορώ να σας βοηθήσω στο οτιδήποτε; Ειλικρινά;» Αφού συνειδητοποίησε τι ακριβώς είχε συμβεί και μένοντας άφωνη απ’ το σημείο στο οποίο είχε φτάσει, προσπάθησε μάταια να αρθρώσει κάποιες λέξεις, να δικαιολογηθεί.. «Δεν χρειάζεται να εξηγήσετε, προς Θεού.. Και συγχωρέστε με για την αδιακρισία μου…», της είπε, χαρίζοντας της ένα ζεστό βλέμμα… «Το σπίτι μου είναι απέναντι, θα ήταν πολύ τρελό και αγενές να σας ζητήσω να έρθετε για λίγο μέσα, μέχρι να περάσει η καταιγίδα;»  Κάθε απόθεμα λογικής που της είχε ξεμείνει, της έλεγε να αρνηθεί. Δεν τον ήξερε καν. Ποιός ξέρει τι μπορεί να ζητούσε από εκείνη… Δεν ακούγονταν και λίγα, τα τελευταία χρόνια… Κι όμως η καρδιά της και όλα μέσα της της φώναζαν ΝΑΙ!!! Ένα απεγνωσμένο ναι!!! Χωρίς να ξέρει γιατί, χωρίς να γνωρίζει απολύτως τίποτε..  Εξάλλου της ήταν αδύνατο να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή… Μόνο την καρδιά της άκουγε να χτυπάει δυνατά, πολύ δυνατά… Και τον άνθρωπο απέναντι της να της λέει «Τι χαζός που είμαι! Δε συστηθήκαμε καν! Αλέξανδρος… Να μιλάμε στον ενικό ε;»,και της έδωσε το χέρι του… Αυτή, με τη λιγοστή δύναμη που είχε πια, τραύλισε «Αφροδίτη» και του έσφιξε το χέρι…

Ποτέ δεν χρειάστηκε να δώσει απάντηση στην προσκλησή του, απλά εκείνος  συνέχισε να της κρατάει γερά το χέρι και την οδήγησε μέσα… » Κάθησε όπου θέλεις και θα σου φέρω ένα πάπλωμα να ζεσταθείς κι ένα ζεστό ποτήρι τσάι! Πρέπει να έχεις παγώσει αφάνταστα..»  Και ναι, είχε παγώσει, αλλά ήταν συνηθισμένη… Ο πάγος στην καρδιά της δε συγκρινόταν με τίποτα… Μετά από λίγο κάθησε δίπλα της και της είπε: » Σίγουρα θα μ’ έχεις περάσει για κάποιον τρελό που φέρνει ξένες στο σπίτι του.. Δεν είναι έτσι… Απλώς δεν μπορούσα να σ’ αφήσω έξω έτσι, και χωρίς παρεξήγηση φαινόσουν τελείως χαμένη…Και η αλήθεια είναι, μου θύμησες λίγο τον εαυτό μου… Πριν από κάποιους μήνες, περνούσα κι εγώ μια εξαιρετικά δύσκολη φάση της ζωής μου, αλλά, όπως βλέπεις, το ξεπέρασα…Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ, να ‘σαι σίγουρη, ό,τι κι αν είναι αυτό που σε βασανίζει…», είπε και χαμογέλασε πλατιά.. Η Αφροδίτη δεν απάντησε, απλά προσπάθησε κι εκείνη να χαμογελάσει, γεγονός που πριν λίγα λεπτά, της φαινόταν ακατόρθωτο.. Τα λόγια του ενεργούσαν σαν το καλύτερο παυσίπονο για τη ραγισμένη της καρδιά και τα χειρουργημένα της αισθήματα… Και σιγά σιγά, ηρέμησε τόσο πολύ που την πήρε ο ύπνος… Κοιμήθηκε, έπειτα από βδομάδες αυπνίας, δακρυσμένων νυκτών και μεθυσμένων δακρύων με γεύση βότκα…  Κοιμήθηκε εκεί, δίπλα του, με την ανάσα του να τη νανουρίζει…

Μια καινούργια μέρα άρχισε λίγες ώρες μετά γι΄ αυτή… Και μεταφορικά και κυριολεκτικά…

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…)

ΦΙΛΟΙ ΚΙ ΕΧΘΡΟΙ…


Σου έχει τύχει ποτέ να κοιτάς τη θάλασσα και να σκέφτεσαι πόσο θα ‘θελες να φύγεις; Να ξεφύγεις; Να τ’ αφήσεις όλα πίσω και να πάς στην άλλη άκρη του κόσμου, αναζητώντας… Αναζητώντας τι; Μια καλύτερη τύχη… Λες κι η θεά τύχη είναι πιο ευνοική πέρα από τον ωκεανό…  Λες κι ο ωκεανός είναι αυτός που με τα πελώρια του κύμματα πλημμυρίζει τη ζωή σου με δάκρυα, ανικανοποίητες φιλοδοξίες και συσσωρευμένες απογοητεύσεις… Και μέσα σ’ όλα αυτά, σε κυριεύει ο φόβος… Ο φόβος ότι θα μείνεις για πάντα εδώ… Εγκλωβισμένος στη φυλακή των ανεκπλήρωτων σου πόθων…  Το έχεις ποτέ στ’ αλήθεια νιώσει;

Θες την αλήθεια;  Αμφιβάλλω… Αμφιβάλλω πολύ… Αμφιβάλλω αν έχεις νιώσει ακόμα και κάτι παρόμοιο… Κάτι που να πλησιάζει έστω και λίγο σ’ αυτό το συναίσθημα της απελπισίας,  σ’ αυτόν τον καταθλιπτικό παραλογισμό… Γιατί αν είχες νιώσει, τότε θα καταλάβαινες… Τότε θα ‘σουν αλλιώς!! Πώς είναι δυνατόν να βλέπεις τα μάτια μου κόκκινα, σαν να τα μαστίζει κάποιος δαίμονας της απαισιοδοξίας και των ακατάπαυστων δακρύων, κι εσύ να χαμογελάς;  Πώς είναι δυνατόν να με κοιτάς με περισσότερο μίσος κι απ’ ό,τι θα κοιτούσες κάποιον αισχρό δολοφόνο και να απομακρύνεις  αμέσως το βλέμμα σου; Και να φανταστείς, είσαι ο ίδιος ακριβώς  άνθρωπος που χάραζε κάποτε στον τοίχο του δωματίου μου «Φίλες για πάντα»…  Που με περίσσια σιγουριά με καθησύχαζε, ψιθυρίζοντάς μου:  «Μήν φοβάσαι τον κόσμο, εγώ θα ‘μαι δίπλα σου, θα κρατάω την καρδιά σου τόσο σφιχτά που κανένας δε θα μπορεί να τη ραγίσει…Σου το πόσχομαι!!»  Και στο τέλος, ο ίδιος αυτός άνθρωπος,την έσφιξε τόσο σφιχτά που έγινε μικρά- μικρά κομματάκια…Και τα θρύψαλα με ευχαρίστηση τα πέταξε στη χωματερή… Μάλλον είναι φανερό ποιός είναι ο πραγματικός δολοφόνος εδώ…

Ξέρεις κάτι; Όχι, όχι, σου ζητώ συγγνώμη… Εγώ έφταιξα…  Χίλια συγγνώμη… Κανείς δε μου ‘πε να ‘μαι τόσο αφελής… Κανείς δε μου ‘πε να παραδωθώ ολόκληρη σε μια φιλία που δεν οδηγούσε πουθενά… Κι όμως το έκανα… Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, δε λένε;  Κανείς δε λέει όμως τι να κάνεις όταν τα έχεις ήδη χτίσει και ξαφνικά συνθλίβονται… Και μαζί τους συνθλίβονται κι όλα τα όνειρα που είχες κάνει μέχρι τότε… Όλες οι ελπίδες σου, όλα τα στηρίγματα σου, όλα εκείνα που ως τότε έφερναν ένα χαμόγελο στα χείλη σου, εκεί που δεν το περιμένεις, γίνονται σκόνη… Χάνονται, κι ο ανελέητος βοριάς τα μεταφέρει μακρυά… Πολύ μακρυά, εκεί που ποτέ δε θα τα βρείς… Πάνε να πλανέψουν κάποιον άλλον, άτυχο… Και σε ‘σένα μένουν ενθύμιο κάτι λίγες στάχτες, για να σου θυμίζουν τα περασμένα συναισθήματα σου, που έγιναν ολοκαύτωμα στην πυρά του εγωισμού και της ματαιδοξίας κάποιων…

Φυσικά, τι κάθομαι και σου λέω τώρα…Είμαι σίγουρη πως εκείνο το χαρακτηριστικό σου, λωξό χαμόγελο θα ‘χει αρχίσει να διαγράφεται και πάλι , ενώ το ένα σου φρύδι θα έχει σηκωθεί, αναρωτώμενη γιατί σε βασανίζω με τις ασυναρτησίες μου αυτές… Και, δε θα σου χαλάσω το χατήρι, ποτέ δεν το έκανα άλλωστε… Θα σταματήσω… Έτσι κι αλλιώς έχουν περάσει μήνες από τότε κι ήδη ο πόνος έχει αρχίσει να καταλαγιάζει… Ήδη έχω αρχίσει να αναπνέω και πάλι… Και τελικά, τώρα που πλέον ανάρρωσα από τον ιό της υποκρισίας και της δήθεν αθωότητας σου, θέλω να ξέρεις κάτι. Ακόμα κι αν εγώ δε σήμαινα ποτέ τίποτα για σένα, ακόμα αν πούλησες όλα εκείνα που σου είχα δώσει για να ικανοποιήσεις τις φτηνές σου επιθυμίες, ακόμα κι αν πάτησες και χόρεψες πάνω στη κατεστραμμένη μου ψυχολογία, δεν κέρδισες..!!!! Γιατί η νίκη στη ζωή σίγουρα δε μετριέται με κριτήριο το πόσους γκρέμισες, αλλά με κριτήριο την ανιδιοτελή και αγνή αγάπη με την οποία χτίζεις τα μονοπάτια που σ’ ενώνουν με τους γύρω σου! Και λυπάμαι πολύ που θα στο πώ, αλλά για ‘σένα αυτή είναι ανύπαρκτη.  Το πιο παράξενο είναι ότι στ’  αλήθεια λυπάμαι… Ακόμα και τώρα, λυπάμαι… Βλέπεις, υπάρχει μια λέξη, τελείως άγνωστη για σένα, μπορείς να κοιτάξεις στο λεξικό… Είναι η «φιλία», κι έχουν διατηρηθεί μέχρι και τώρα, κατά έναν πολύ παράξενο τρόπο, κάτι λίγα αποθέματα στην καρδιά μου…  Αλλά  ακόμα και τα καλύτερα λεξικά δεν μπορούν να το εξηγήσουν αυτό σε ‘σένα…

Ένα πράγμα αποκόμισα από όλη αυτή την ιστορία, όσο οδυνηρή κι αν ήταν.  Η ζωή είναι ένας απέραντος κινηματογράφος!  Μπορεί οι ήρωες να ταλαιπωρούνται, να εγκλωβίζονται σε αδιέξοδα, και να παγιδεύονται σε χαώδη δάση, με άνθρωποφάγα αγρίμια… Μπορεί, ακόμη, πολλές φορές να είναι τόσο απερίσκεπτοι που να συνάψουν φιλίες με τ’ αγρίμια αυτά, και, να τραυματιστούν σοβαρά… Δεν παύουν όμως ποτέ να είναι αληθινοί ΗΡΩΕΣ!! Και το τέλος το γράφουν πάντα μα πάντα μόνο αυτοί!!

                                                                                               ❤ THE END ❤