Archive | Φεβρουαρίου 2012

Καπου εκει, μεσα στη βροχη…


Ήταν μία απ’ τις μέρες που η κυρία ζωή φαινόταν και πάλι να μην έχει διάθεση να της χαμογελάσει. Φαινόταν να είχε κλειδώσει πεισμωμένα σ’ ένα συρτάρι κάθε είδος καλής διάθεσης, κάθε φωτεινή αχτίδα ελπίδας, κάθε τελευταίο απόθεμα κουράγιου και υπομονής… Το κλειδί το είχε ρίξει στον ωκεανό των σπασμένων και κατακρεουργημένων ονείρων της, των συσσωρευμένων απογοητεύσεων που είχε υποστεί και μιας καμμένης ζωντανής αυτοπεποίθησης… Θυμόταν τη συμβουλή της φίλης της: «Κάτσε μέσα σήμερα, ηρέμησε και ξάπλωσε δίπλα στο αναμμένο τζάκι… Όλα θα περάσουν, κι εγώ κατά το βραδάκι, θα είμαι εκεί, το υπόσχομαι!»  Πώς μπορούσε όμως να κουλουριαστεί δίπλα στο τζάκι, ένα τζάκι που της θύμιζε το παρανάλωμα του ίδιου της, του χαμένου εαυτού; Πώς;

Αποφάσισε, λοιπόν, να βγεί έξω! Να προσπαθήσει να αναπνεύσει και πάλι! Είχε καιρό, εξάλλου.. Και ποιός ξέρει ίσως οι, εδώ και αιώνες, απενεργοποιημένοι της πνεύμονες, να αποφάσιζαν επιτέλους να την τιμήσουν με τη λειτουργία τους… Θεώρησε πώς ήταν η μόνη της ευκαιρία να νιώσει την παρουσία του μοναδικού ίσως που μοιραζόταν την ίδια διάθεση μ’ εκείνη… Κι αυτός δεν ήταν άλλος παρά ο καιρός, ο ουρανός, που έκλαιγε μαζί της, και είχε εξαπολύσει τον φίλο του τον άνεμο, μήπως και κατορθώσει να δώσει πνοή σε κάθε μαραμμένη ψυχή εκείνη το μοιραίο απόγευμα… Τουλάχιστον υπήρχε και κάποιος που δεν την πίεζε να υιοθετήσει ένα, ακόμα και ψεύτικο, χαμόγελο, απλά και μόνο γιατί είναι «αντιαισθητικό» και «όχι ευχάριστο» να εισπνέεις τις κομματιασμένες κραυγές ενός ανθρώπου για μια τζούρα ζωής…

Κι έτσι, λοιπόν, άρχισε να κάνει δειλά- δειλά βήματα μέσα στην οργισμένη βροχή… Προσπαθώντας να ναρκώσει το μυαλό της, παρατηρούσε μία μία τις σταγόνες της βροχής να φτάνουν στο έδαφος, άλλες πιο γρήγορα κι άλλες καθυστερημένα.. Λες κι έκαναν αγώνα δρόμου… Ποιό να ‘ναι το έπαθλο άραγε, αναρωτιόταν… Και ποιά η ουσία; Αφού έτσι κι αλλιώς, όλες θα απορροφηθούν στο τέλος από το διψασμένο έδαφος… Θα χαθούν, και θα ποδοπατηθούν, όπως ποδοπατήθηκαν και οι φιλοδοξίες στην καρδιά της… Προσηλωμένη στις μαύρες τις σκέψεις, αποκόπηκε τελείως από το γύρω της περιβάλλον και χωρίς καν να το καταλάβει, δάκρυα άρχισαν να κυλούν και πάλι, καίγοντας τα ήδη ταλαιπωρημένα της μάγουλα.. Ένιωσε μια ζάλη να την κυριεύει και έπεσε κάτω στο έδαφος, παρακαλώντας να η γη να ξεριζώσει την καρδιά της, να μην πονάει πια…

«Δεσποινίς;; Δεσποινίς; Δεσποινίς μ’ ακούτε; Συγγνώμη;;» ακούγόταν μια υπόκωφη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού της…  Τότε, ξαφνικά, ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της, και μην πιστεύοντας τις ίδιες της τις αισθήσεις, σήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι της… «Είστε καλά;», λίγες λέξεις ξεπήδησαν ξαφνικά από το στόμα ενός τρομαγμένου, ξαφνιασμένου και καταβρεγμένου νεαρού που προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το βλέμμα της… Η κοπέλα σηκώθηκε, και μετά από λίγη ώρα, απάντησε «Εεε ναι, ναι, καλά είμαι!», φωνάζοντας μέσα της το αντίθετο και χαστουκίζοντας με μανία την ανεξήγητη υποκρισία της…»Δε νομίζω… Είχατε πέσει κάτω, στη μέση του δρόμου!! Μπορώ να σας βοηθήσω στο οτιδήποτε; Ειλικρινά;» Αφού συνειδητοποίησε τι ακριβώς είχε συμβεί και μένοντας άφωνη απ’ το σημείο στο οποίο είχε φτάσει, προσπάθησε μάταια να αρθρώσει κάποιες λέξεις, να δικαιολογηθεί.. «Δεν χρειάζεται να εξηγήσετε, προς Θεού.. Και συγχωρέστε με για την αδιακρισία μου…», της είπε, χαρίζοντας της ένα ζεστό βλέμμα… «Το σπίτι μου είναι απέναντι, θα ήταν πολύ τρελό και αγενές να σας ζητήσω να έρθετε για λίγο μέσα, μέχρι να περάσει η καταιγίδα;»  Κάθε απόθεμα λογικής που της είχε ξεμείνει, της έλεγε να αρνηθεί. Δεν τον ήξερε καν. Ποιός ξέρει τι μπορεί να ζητούσε από εκείνη… Δεν ακούγονταν και λίγα, τα τελευταία χρόνια… Κι όμως η καρδιά της και όλα μέσα της της φώναζαν ΝΑΙ!!! Ένα απεγνωσμένο ναι!!! Χωρίς να ξέρει γιατί, χωρίς να γνωρίζει απολύτως τίποτε..  Εξάλλου της ήταν αδύνατο να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή… Μόνο την καρδιά της άκουγε να χτυπάει δυνατά, πολύ δυνατά… Και τον άνθρωπο απέναντι της να της λέει «Τι χαζός που είμαι! Δε συστηθήκαμε καν! Αλέξανδρος… Να μιλάμε στον ενικό ε;»,και της έδωσε το χέρι του… Αυτή, με τη λιγοστή δύναμη που είχε πια, τραύλισε «Αφροδίτη» και του έσφιξε το χέρι…

Ποτέ δεν χρειάστηκε να δώσει απάντηση στην προσκλησή του, απλά εκείνος  συνέχισε να της κρατάει γερά το χέρι και την οδήγησε μέσα… » Κάθησε όπου θέλεις και θα σου φέρω ένα πάπλωμα να ζεσταθείς κι ένα ζεστό ποτήρι τσάι! Πρέπει να έχεις παγώσει αφάνταστα..»  Και ναι, είχε παγώσει, αλλά ήταν συνηθισμένη… Ο πάγος στην καρδιά της δε συγκρινόταν με τίποτα… Μετά από λίγο κάθησε δίπλα της και της είπε: » Σίγουρα θα μ’ έχεις περάσει για κάποιον τρελό που φέρνει ξένες στο σπίτι του.. Δεν είναι έτσι… Απλώς δεν μπορούσα να σ’ αφήσω έξω έτσι, και χωρίς παρεξήγηση φαινόσουν τελείως χαμένη…Και η αλήθεια είναι, μου θύμησες λίγο τον εαυτό μου… Πριν από κάποιους μήνες, περνούσα κι εγώ μια εξαιρετικά δύσκολη φάση της ζωής μου, αλλά, όπως βλέπεις, το ξεπέρασα…Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ, να ‘σαι σίγουρη, ό,τι κι αν είναι αυτό που σε βασανίζει…», είπε και χαμογέλασε πλατιά.. Η Αφροδίτη δεν απάντησε, απλά προσπάθησε κι εκείνη να χαμογελάσει, γεγονός που πριν λίγα λεπτά, της φαινόταν ακατόρθωτο.. Τα λόγια του ενεργούσαν σαν το καλύτερο παυσίπονο για τη ραγισμένη της καρδιά και τα χειρουργημένα της αισθήματα… Και σιγά σιγά, ηρέμησε τόσο πολύ που την πήρε ο ύπνος… Κοιμήθηκε, έπειτα από βδομάδες αυπνίας, δακρυσμένων νυκτών και μεθυσμένων δακρύων με γεύση βότκα…  Κοιμήθηκε εκεί, δίπλα του, με την ανάσα του να τη νανουρίζει…

Μια καινούργια μέρα άρχισε λίγες ώρες μετά γι΄ αυτή… Και μεταφορικά και κυριολεκτικά…

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…)

Advertisements